Σάββατο, Δεκεμβρίου 03, 2005

Πατάτες γιαχνί....

Στην emotional anaemia
Με το σπάνιο αίμα...ξέρει αυτή..



- Μού ‘ φυγαν !
Ηταν το μόνο που κατάφερε να ψιθυρίσει ανάμεσα σε κλάματα , σάλια και άλλα παρεμφερή ο Ευτύχιος .
- Ε ..βέβαια σου ‘ φυγαν ! Σου 'φυγαν γιατί είσαι μαλάκας !
Ηρθε αποστομωτική η απάντηση του Ιορδάνη που όσο περνούσε η ώρα , γυάλιζε το μάτι του ( κυριολεκτικώς δηλαδή , αφού το ένα , από πολυεστέρα και πολυμερισμένο πλαστικό 20% , το είχε βρέξει – χιονίσει γυαλισμένο και τσίλικο).

Ο,τι να πεις το πρόσεχε το μάτι του ο Ιορδάνης . Ηταν βρε παιδί μου ψείρας κι από φυσικού του και πριν το ατύχημα κι από τότε βέβαια πολύ περισσότερο . Η εμμονή του στις λεπτομέρειες , είχε γίνει πιά τρόπος ζωής και ζωής συχνά πολύ δυστυχισμένης γιά το φουκαρά τον Ευτύχιο που κουβαλούσε , χρόνια τώρα , με υπομονή ιώβειο , το φοβερό στίγμα του γκαντέμη .

Ετσι και τώρα , το ‘ ξερε πώς δεν το ‘ ξερε ο Ευτύχιος ότι ο δικός του , το καμάρι του κι η κολόνα του – με χίλια δυό βάσανα – νοικιασμένου σπιτιού τους , ο Ιορδάνης Ασημακόπουλος εκ Φοινικούντος Μεσσηνίας , θα τα ‘ κανε όλα γης μαδιάμ όταν θα διαπίστωνε πως έπρεπε , τέταρτη μέρα στη σειρά σήμερα , να ξεγελάσουν την πείνα τους με σκέτες πατάτες .
- Είμαι παλιολλαδίτης εγώ !
Θα ‘ λεγε χαιδεύοντας το παχύ – καθόλου δεν του άρεσε του Ευτύχιου – μουστάκι του , που είχανε λέει αναντάν – μπαμπαντάν όλοι οι Ασημακόπουλοι ανεξαιρέτως .
Επειτα , θα πήγαινε μισοκοιμισμένος , ως συνήθως κατευθείαν στις κατσαρόλες γιά επιθεώρηση , όπου δεν θα ‘ βρισκε παρά – Θε μου φύλαε – παρά μόνον ...πατάτες .

Πατάτες βέβαια του Πηλίου , με το σκορδάκι τους , το κρεμμυδάκι τους το φρέσκο , τι άλλο ήθελε κι αυτός ο ανευχαρίστητος ο άνθρωπος , άμα πιά ..!
Εντάξει , τέσσερις μέρες στη σειρά , ήδη από χτες του μουρμούραγε :
“ Πατατιές θα φυτρώσω ! » και φύσαγε το μουστάκι του θυμωμένα , αγριοκοιτώντας τον μ’ εκείνο το μάτι το γυαλιστερό .

Του πήγαινε όμως άμα θύμωνε , έκανε έτσι πως να πω , μιά βαρβατίλα , ένα ζόρι βρε παιδί μου που έφερνε λίγο και στο Μίκυ Ρούρκ ( ..λατρεία ! ..)
Είδε κι έπαθε ο Ευτύχιος να τον πείσει ότι άλλος Μίκυ είναι εκείνος στα κόμιξ που διαβάζει τα μεσημέρια , προτου να πέσουνε και ξεκαρδίζεται...
- ....Μάους παιδί μου , εκείνος είναι Μίκυ Μάους , καμμία σχέση , να , δες και μόνος σου , δεν είναι τέλειος ?
Αναστέναζε ψεύτικα και περίμενε ένα ακόμα από κείνα τα φοβερά ξεσπάσματα ζήλιας που του ‘ κανε ο Ιορδάνης και τον έλυωνε , ΄πόσο μάλλον που άμα ήταν στα κέφια του , του ‘ ριχνε και καμμιά ψιλή . ......

Οχι , τι άλλο νά ‘ κανε ο κακομοίρης ο Ευτύχιος , να μου πείτε .
Δευτέρα , τις έβαλε στο φούρνο , εντάξει . Τρίτη σαλάτα – έκοψε κι η καταραμένη η μαγιονέζα μα σάμπως λάδι είναι κι αυτό που παίρνουνε , ούτε γιά το παπάκι του Ιορδάνη δεν κάνει , το Μαύρο Χάρυ που το λέει και καμαρώνει , μαύρος , τέλος πάντων , έχουν τη χάρη τους κι αυτοί - ....
Ναι αλλά τα ελαιόλαδα που να τα πλησιάσεις πιά και με την αφραγκιά που τους δέρνει από τότες που σκόλασαν τον Ιορδάνη απ’ το φορτηγό ...κάνα έκτακτο στη ζούλα τώρα μόνο , ας είναι καλά ο ξάδερφός του ο Βρασίδας που τους έχει στο νου του , πείνα και των γονέων σου λέω , άσε....

Μαύρισε το μάτι του του Ευτύχιου . Μεταφορικώς βέβαια αυτουνού , αφού τα είχε και τα δύο , ολόγερα μάλιστα και μπιρμπιλωτά .


- Εγώ , θα γίνω καλόγερος !

Ελεγε τη μάννα του στο χωριό , να τη σκάσει
- Μμμμ ! Εχεις μάτια για καλόγερος ! τσίναγε αυτή και τον ανέβαζε – δεν έφτανε ακόμη , ύστερα έριξε το μπόι κι έμοιασε λέγανε μιανού μπάρμπα του που έφυγε κρυφά , επί χούντας ,στην Αμερική αλλά τζίφος : Γιάννης πήγε , Γιάννης γύρισε – στην κούνια που είχαν κρεμάσει απ’ τη συκιά κι ας λεν βαρύς ο ίσκιος της συκιάς , αυτουνού του άρεσε , έτσι όπως ζαλιζόταν και κομμάτι....

Κι ούτε άπρακτος έμεινε , καθώς την είχε μυριστεί από την Τρίτη κι όλας τη φασαρία μ ‘ αυτές τις έρμες τις πατάτες μέρα μπαίνει – μέρα βγαίνει (έχει βέβαια κι ο Ιορδάνης το δίκιο του που δυσθυμεί αλλά..με πορδές δε βάφουν αυγά , εγώ αυτό ξέρω κύριε, ορίστε )
Πρωι – πρωί κι ακάλεστος πήγε τάχα μου γιά καφέ στην Ευθυμίτσα απέναντι , προτού ξυπνήσει ο κέρβερος ο δικός του και βρει ξανά την κατσαρόλα με τις (..ούτε τη λέξη δε θέλει πιά να λέει , τόσο τις μπούχτισε ) κι αρχίσει τα καντήλια και τα δι ευχών , να τρίζουν τα εικονίσματα ...

Α, όλα του χρυσά του Ιορδάνη , αυτό του το ξέκοψε από την αρχή :

- Δε θέλω βλαστήμιες εδώ μέσα Ιορδάνη μου ...Εξω δε σε βλέπω , δε σ’ ακούω , κάμε όπως σε φωτίσει αλλά εδώ μέσα δεν τα θέλω αυτά τα πράμματα , εγώ ήμουν μιά ζωή της εκκλησίας , αφού μικρός την έφαγα την κυρά Πέρσα να με γράψει καλόγερο στον Αη – Σώστη , πού ν’ ακούσει εκείνη , με τα μάτια μου τα ‘ χε , που ήτανε λέει μπιρμπιλωτά .
Τέλος πάντων , Αλλος θα την κρίνει κι αυτήν , εμείς δεν είμαστε άξιοι , κατά τας Γραφάς...


Είχε όμως αποκοιμηθεί ο Ιορδάνης , δεν πρέπει ν ‘ άκουσε ως το τέλος , με το δίκιο του κι όλας ο φουκαράς , δώδεκα τόνοι πατάτα Βολιώτικη – το έκτακτο που τους οικονόμησε ο Βρασίδας – δεν ξεφορτώνονται πιτς φυτίλι , ψέμματα ?

..Κι αφού τον μπούκωσε τα δυό τα μελιτζανάκια η Ευθυμίτσα , της το ‘ φερε έτσι πλαγίως γιά τα δανεικά ο Ευτύχιος , βρίσκοντας της τάχα γαμπρούς και πατραχήλια σ ‘ εκείνο το φριχτό – πίσσα παιδί μου ! – φλυτζάνι αλλά η χάρη της πού...βράχος ακλόνητος !
Πέρναγε κι η ώρα , θα κόντευε σε λίγο να σηκωθεί κι ο δικός του κι αν δεν τον έβρισκε σπίτι...άλλα βάσανα , κατάφερε με τα πολλά και της δανείστηκε δυό δεκάρικα .


Πήγε , ψώνισε πέντε αυγά και κάτι μικροπράμματα που ' χανε σωθεί και
άρον των άρον πάλι πίσω , να προλάβει , να βάλει τραπέζι , μη τυχόν και ξυπνήσει ο σατράπης και τα βρεί ασυμμάζευτα...ποιός τον ακούει μετά...

Ανοιξε μαλακά , ο άλλος δεν είχε σηκωθεί ακόμα – πάλι καλά – ( ήταν και λαφροπάτης βέβαια ο Ευτύχιος , από τόσος δα που τρόμαζε τη μάννα του έτσι όπως έβγαινε ξαφνικά , σαν ξωτικό , μπροστά της κι έφτυνε εκείνη τρεις φορές τον κόρφο της κατά το δοκούν ) ..

Και μήπως τι είναι πιά να γίνει τι κακό ? Τίποτα δεν είναι..Το χέρι του Ευτύχιου να φανταστείς ήταν ήδη στη σακκούλα με τ’ αυγά , όταν ακούστηκε από μέσα η βροντερή φωνή του Ιορδάνη :

- Τύχηηηηη!!!!!!!!

Ετσι τον έλεγε άμα είχε τις καλές του .


- Τύχηηηηη! Που είσαι ωρέ ? Πάλι ξεπόρτισες βρε αφιλότιμε ?

Σύγκορμος ανατρίχιασε ο Ευτύχιος που δεν μπορούσε καθόλου τα ξαφνικά και τις φωνές κι έτσι άνοιξαν – σαν από μόνα τους – τα δάχτυλά του .
Υστερα , τα υπόλοιπα , γνωστά τοις πάσι .
Παν τ’ αυγά , πάει κι η ομελέτα που θα ‘ φτιαχνε , να κι ο Ιορδάνης στην ώρα του , μαχμουρλής αλλά έξαλλος μπροστά στα χάλια του Ευτύχιου κι ούτε «Τύχη μου » πιά , ούτε τίποτε.

Πατάτες μοναχά . Πατάτες γιαχνί .









.

4 Comments:

Blogger Magica de Spell said...

Ευχαριστώ!

4:20 μ.μ.  
Blogger Magica de Spell said...

Ευχαριστώ!

4:20 μ.μ.  
Blogger Magica de Spell said...

Ευχαριστώ!

4:20 μ.μ.  
Blogger Magica de Spell said...

Ευχαριστώ!

4:20 μ.μ.  

Δημοσίευση σχολίου

<< Home

GreekBloggers.com Blogz | Search Engine & Best Posts! Thessaloniki Blogs