Κυριακή, Ιανουαρίου 20, 2019

"μαστανιμόνο"

Σήμερα ο χρόνος του πατέρα μου (ρε μπαμπά.....ρε μπαμπά). Λόγια για κείνον δε βρίσκω, δε θέλω κι όλας.Εδώ,το αγαπημένο του.Μόνο έτσι, κάποιο τραγούδι, οι γραβάτες του(τη ευγενή φροντίδι της Xrisa Ntak φορούσε πάντοτε πολύ ωραίες γραβάτες), καμιά φωτογραφία "εποχής". Στιγμές.Όπως τότε που άνοιγε κάθε τόσο το "καλό" σαλόνι για τα τραπέζια του δημάρχου.Θείος Αλέκος, θείος Ηρακλής,θεία Νίκη....θείοι και θείες που γίναν πια κι αυτοί σέπια ενσταντανέ, ζωές με απόβαρο ή και χωρίς, το οικογενειακό "σόκιν" ανέκδοτο για τη μικρασιάτισσα θεία Ελλάδα(!) που ήτανε λέει τόσο όμορφη που μια μέρα, κρυφά, ένας άλλος θείος, εξ' Αθηνών, (αμετανόητος ρέκτης του ποδόγυρου ή όπως έλεγαν εν τη απουσία του : "ζαμπαράς") βούτηξε τη φωτογραφία της κι έγραψε -άκουσον, άκουσον!- από πίσω: "Μις Ελλάς"....τα' λεγε η νενέ Βασιλεία κι ανατρίχιαζε και δός του γύριζε τις κάμαρες με το λιβανιστήρι ανά χείρας, να θυμιατίζει τον οξαποδώ.....το τραγουδάκι λοιπόν: πόσο να' μουνα όταν το πρωτάκουσα, σε τραπέζι στρωμένο φυσικά, προσκλητήριο θείων κ.τ.λ. ...αλλά εμένα μου 'μεινε "μαστανιμόνο". Δεν ήξερα τι διάολο θα πει αυτή η μαγική λέξη, πίσω της όμως ήξερα ότι πάντα ερχόταν αυτό:  https://www.youtube.com/watch?v=K50k-YuQaxA&list=PL03AE960770226709

Σάββατο, Δεκεμβρίου 01, 2018

Ο ΤΡΌΜΟΣ ΤΟΥ FB..

Πώς κοινοποιούμε τη μουγγαμάρα? Το φόβο? Το κρύο? Το να μην είσαι ποτέ, πουθενά, ολόκληρος? Πώς ποστάρεις μια αναμονή που ματαιώθηκε? Τη βλεφαρόπτωση? Τα εισαγωγικά μιάς ζωής όλο αγκύλες και υπονοούμενα? Οι σιωπές μας πώς μοιράζονται? Το σήκωμα των ώμων, οι αποχαιρετισμοί μέσα στη νύχτα, ένα άθλιο πήδημα "κοινή συναινέσει"? Το μαλακό κλείσιμο της πόρτας, η εξόντωση στο τέλος? Πώς σκουντάμε με αποσιωπητικά αυτόν που λείπει? Πώς μπλοκάρουμε τις καβάτζες, τις σιγουριές, τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη?Τα κατά συνθήκην χαμόγελα? Τις δαγκωνιές στο λαιμό, την εγκατάλειψη?
 Έλα μου ντε?

Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2018







Χειμώνας του 1988. Αξέχαστος...τι να σου λέω τώρα.Ενας μπάρμπας μου να φανταστείς, βαμμένος Εδεσίτης, παρακεντές του Ζέρβα στο βουνό, είχε κουρνιάσει στο τζάκι κι επινε όλες τις μέρες του χιονιά ένα κοκκινέλι απ' το Πομόριε που του' χε στείλει ο μπατζανάκης του ο Στενημαχίτης καλή του ώρα.Εψενε και παγιδάκια που λες και δως του και πάρτου ώσπου - κράτησε κείνο το χιόνι παραπάνω απ' όσο το λογάριαζαν μαθές- ώσπου του'ρθε νταμπλάς κι έσκασε. Αξέχαστο χιόνι σου λέω....

Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2018

saltsalu kiofte..

Θέλησα να σε συγκλονίσω, ήρθε η ώρα να πω πιά εκείνη τη φοβερή ατάκα που θα διέλυε όλες σου τις άμυνες, θα τίναζε στον αέρα αυτό το τόσο προσεχτικά χτισμένο τείχος από μεΪκαπ και κονσίλερ και θα σε παρέδιδε δεμένη πισθάγκωνα στο θριαμβευτικό ανθυποχαμόγελο της πιό - κλέβω εκκλησία- νίκης που θα είχα κερδίσει ποτέ...και το μόνο που έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου δυό ώρες τώρα, είναι η συνταγή της νενές μου για "τσι κιοφτέδες με τη σάλτσα". Αμ δε γίνεται δουλειά έτσι μπιζιμ....πες κι εσύ.......γίνεται?

Σάββατο, Οκτωβρίου 20, 2018

La vita e bella

Tότε στην Τεργέστη. Έπεσα - κατά τύχην που λένε- στη Μαρία την Ελληνίδα. Δηλαδή, τι Ελληνίδα, Πυργιώτισσα πες , αναντάν μπαμπαντάν και (κατά φαντασίαν) φοιτήτρια. Γινομαστε κάθε βράδυ ζάντες με κρασιά και τέτοια δικά τους, δεύτερα, απ' το σούπερ (μάντεψε ποιός πλήρωνε...), έφτιαχνε η Μαρία και κάτι πανίνα με σαλάμι αλογίσο ξερωγω (μάντεψε ποιός κτλ....) πιάναμε το μουχαμπέτι ως τις δύο σκάρτες που εμφανιζόταν βρίζοντας (σε διάλεκτο) η πατρόνα και καταλάβαινα απ' το ύφος και τα νοήματα ότι μας έλεγε να ξεκουμπιστούμε απ' την κουζίνα γιατί " οι άνθρωποι κοιμούνται τέτοια ώρα, δε γκαρίζουν και μάλιστα σε ξένη γλώσσα που δεν την καταλαβαίνουν οι άλλοι....." - πάνω κάτω δηλαδή αυτά έμοιαζε να λέει, φαντάσου ούτε η Μαρία (που είχε χαμηλώσει έγκαιρα το βλέμα και παρίστανε τη ντροπιασμένη) προλάβαινε να τα μεταφράζει όλα, μεσ' απ' τα δόντια της.
Ε, μετά τι να κάνουμε, πηγαίναμε στο δωμάτιό της (πιό μεγάλο, πιό καθαρό) και πηδιόμασταν - καλά, μη φανταστείς..-απλά φαινόταν τότε ο μόνος λογικός τρόπος για να βγάλουμε τη νύχτα, ούτε τράπουλα δεν είχαμε, καταλαβαίνεις....
Την άλλη μέρα, κύριοι, βόλτες και καφενεία (ναι, μάντεψε..) και άγχος για τις εξετάσεις (αυτή), τα δύο πρώτα και άγχος (τελειώναν τα λεφτά!) εγώ, γούστο είχε, δε μπορώ να πω. Εκείνη μ' έμαθε τις πίτσες με το μέτρο, τόσες με το συμπάθειο εκείνη και κάτι πορτοκαλάδες, αμάρες τις λέγανε, σκέτο φαρμάκι ήταν φίλε, κάτι ανάμεσα σε κώνειο κι εντομοκτόνο, τον άπιωτο είχανε, μην ρωτάς....
Φεύγοντας για Βενετία, πρόλαβε και με δάγκωσε κάτι λίγα ακόμη, τα οποία και θα επέστρεφε "αμέσως μόλις ερχόταν η επιταγή απ' το σπίτι" και να μην ανησυχώ καθόλου, ανησυχούσα η αλήθεια αλλά... τέτοιες ώρες-τέτοια λόγια.
Φράγκα δεν έλαβα βέβαια ποτέ, μιά κάρτα μόνο απ' τη Ρώμη με κάτι μαϊμούδες που έκαναν ζογκλερικά πάνω σ' ένα κατακόκκινο ποδήλατο κι έγραφε "la vita e bella, Μaria".
Ωραία κάρτα, χάθηκε σε κάποια μετακόμιση. Μάλλον.

Σάββατο, Οκτωβρίου 06, 2018

Ο Παλαιός των ημερών

Την ησυχία της πέτρας ζήλεψα.
Την - προ αιώνων- βεβαιότητά της.
Το άνοιωθο.
Τις αλλαγές που συμβαίνουν αργά,
σχεδόν ανεπαίσθητα.
Τις μνήμές που έρχονται και φεύγουν
με τα νερά της βροχής.
Τις εποχές που γδέρνουν το αδιάφορο δέρμα της.

-Τέτλαθι δή, κραδίη...

Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2018

Καλοκαίρι (λοιπόν) τέσσερις το χάραμα.

Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά θα μπαίνουν σε λιμένες πρωτοειδωμένους..(κι ύστερα) βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού και τ' άρωμα των γυακίνθων- Μα πού γύριζες; .Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις (μα εγώ) έχω τρεῖς κόσμους. Μιὰ θάλασσα, ἕναν οὐρανὸ κι ἕναν πράσινο κῆπο: τὰ μάτια σου... Έχω (βέβαια και ) κάτι σπασμένα φτερά. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό. Για ποιαν ανέλπιστη χαρά, για ποιες αγάπες, για ποιο ταξίδι, φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι..Νύχτα. (πάλι).Μονάχα τ᾿ ἄστρα.Σε πρώτο πλάνο υπάρχει μια ερημιά γεμάτη χρώματα στολίδια ραντεβού και μίση στο δεύτερο η αγάπη στο τρίτο πάλι μια ερημιά και βουτηγμένη τώρα σε πηχτό σκοτάδι. Καὶ πέρα τὸ βάθος τοῦ ὁλάνοιχτου ὁρίζοντα— ἐκεῖ ποὺ πᾶνε οἱ ἄνθρωποι χωρὶς τὰ ὀνόματά τους. (αλλά εγώ επιμένω).Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο, η καλοκαιρινή βροχή (που) πέφτει πάνω στη ζωή μου.. Καλοκαίρι (λοιπόν) τέσσερις το χάραμα...η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο ηχεί (ακούς;) μαζί με τους κόκκους που βιάζονται. (Κι εμείς) ξαπλώνουμε (ναρκωμένοι) ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος.
GreekBloggers.com Blogz | Search Engine & Best Posts! Thessaloniki Blogs