Τσιγαρόβηχας..
Στα τριάντα πιά. Αγάμητη, άγαμη..Ισκιος βαρύς στα μάτια των Καραντάνογλου , η Σοφούλα , το στερνοπούλι τους.
- Οι πουτάνες κι οι τρελλές...αμή .. τι θαρρείς έρμη..σφύριζε μέσ'απ' τα δόντια της η Τικτίκω, καθώς φοβέριζε τα κρεμμύδια στο μαγειριό.
Υστερα, αρχίσανε κάτι ψου-ψου με την κουνιάδα τους , κάτι μαλεμπιά , κάτι μπεζέδες αλλάξαν χέρια , μπήκε ο Λευτέρης γαμπρός στους Καραντάνογλου, δόξη και τιμή ( και κάτι μπαϊρια στην Τούζλα , ξερικά , πλάϊ στο κύμμα , μήτε αρμυρίκια δεν τα καταδέχονταν ,
τι να πεις..).
Πρώτη νύχτα , η καργιόλα στρωμένη , σεντόνια τα καλά ,τα κολλαριστά -απ' την προίκα της η Σοφούλα , η Σοφούλα με τη λιζέζ , ανήσυχη, καλοπλυμμένη - ας όψεται η κουνιάδα - ,
εν αναμονή .
Μπήκε , κάπως βαριά ο άντρας της με μπενεβρέκι και μιά τσατσάρα στο χέρι που έψαχνε να την αφήσει , την πήρε η Σοφούλα την έκρυψε πλάϊ , στο κομό ,
- Σβένεις τη λάμπα πασσά μου? ζήτησε μαλακά ,
έδωσε μιά ο Λευτέρης , την απόσβησε και σάλταρε στο κρεββάτι ,
κομμάτι άτσαλα θα πεις αλλά τέτοιες ώρες...
Κάμαν τι κάμανε , στα μουγγά αλλά σβέλτος ο γαμπρός , τέλεψε , σηκώθηκε γιά κατούρημα , γυρίζοντας,
η Σοφούλα εκεί .. με τα μάτια ακόμα στο ταβάνι .
Τράβηξε μιά καρέκλα ο Λευτέρης , έκατσε δίπλα της . Σκεφτικός.
Κάτι σα να'θελε να πει..ξερόβηξε μιά-δυό , έτσι σαν πρόλογος να πούμε , στο δρόμο το'χανε πάλι.
-Ευχαριστώ ...
έκρωξε ξαφνικά κι έβηξε να καθαρίσει το λαιμό του .
Την κοίταξε στα μάτια , ίσια .
Επιασε το πακέτο απ' τον κομό. Αναψε .
Σε λίγο ο κόκκορας θα'γδερνε έξω το λαρύγγι του . Ξημέρωμα .
- Οι πουτάνες κι οι τρελλές...αμή .. τι θαρρείς έρμη..σφύριζε μέσ'απ' τα δόντια της η Τικτίκω, καθώς φοβέριζε τα κρεμμύδια στο μαγειριό.
Υστερα, αρχίσανε κάτι ψου-ψου με την κουνιάδα τους , κάτι μαλεμπιά , κάτι μπεζέδες αλλάξαν χέρια , μπήκε ο Λευτέρης γαμπρός στους Καραντάνογλου, δόξη και τιμή ( και κάτι μπαϊρια στην Τούζλα , ξερικά , πλάϊ στο κύμμα , μήτε αρμυρίκια δεν τα καταδέχονταν ,
τι να πεις..).
Πρώτη νύχτα , η καργιόλα στρωμένη , σεντόνια τα καλά ,τα κολλαριστά -απ' την προίκα της η Σοφούλα , η Σοφούλα με τη λιζέζ , ανήσυχη, καλοπλυμμένη - ας όψεται η κουνιάδα - ,
εν αναμονή .
Μπήκε , κάπως βαριά ο άντρας της με μπενεβρέκι και μιά τσατσάρα στο χέρι που έψαχνε να την αφήσει , την πήρε η Σοφούλα την έκρυψε πλάϊ , στο κομό ,
- Σβένεις τη λάμπα πασσά μου? ζήτησε μαλακά ,
έδωσε μιά ο Λευτέρης , την απόσβησε και σάλταρε στο κρεββάτι ,
κομμάτι άτσαλα θα πεις αλλά τέτοιες ώρες...
Κάμαν τι κάμανε , στα μουγγά αλλά σβέλτος ο γαμπρός , τέλεψε , σηκώθηκε γιά κατούρημα , γυρίζοντας,
η Σοφούλα εκεί .. με τα μάτια ακόμα στο ταβάνι .
Τράβηξε μιά καρέκλα ο Λευτέρης , έκατσε δίπλα της . Σκεφτικός.
Κάτι σα να'θελε να πει..ξερόβηξε μιά-δυό , έτσι σαν πρόλογος να πούμε , στο δρόμο το'χανε πάλι.
-Ευχαριστώ ...
έκρωξε ξαφνικά κι έβηξε να καθαρίσει το λαιμό του .
Την κοίταξε στα μάτια , ίσια .
Επιασε το πακέτο απ' τον κομό. Αναψε .
Σε λίγο ο κόκκορας θα'γδερνε έξω το λαρύγγι του . Ξημέρωμα .


5 Comments:
που ήσουν;
Καλώς τον.
Την αγάπη μου σου στέλνω.
Λουίζα , Magica , ξύπνησε !!!
(ούτε η Χιονάτη να 'ταν)
Να 'μαι κι εγώ ο Λιχούδης, αν μιλάμε για ...Χιονάτη!
Κι ένα άσμα:
"Που ήσουν φίλε κι άργησες.." στις μια και τέταρτο την ώρα που ταιριάζει ...κοντά στα ξημερώματα...
Χαίρε φίλε!
Μα τι ωραιο λογο που εχετε!Απλο, λιτο, μεστο αλλα και τοσο περιεκτικο!Τι θειο δωρο να μπορει κανεις να εκφραζεται ετσι!Η μητερα μου μ ενα μμμμ! ''μας τελειωνε'' ενω εμεις σπαταλουσαμε ωρες ατελειωτες με μπλα μπλα και μπλα μπλα!Να ειστε καλα αγαπητε μου.Χωρις να θελω να σας κολακευσω ειστε οαση μεσα σ αυτο το ατελειωτο και συγχωριστε μου την εκφραση''κιτσατο'' που κυκλοφορει γενικως στα μπλοκς χωρις να λεει ουσιαστικα τιποτα!Ναστε καλα κι εσεις και ''οι σιωπες των αγνων σας''
Ανάρτηση Σχολίου
Links to this post:
Δημιουργία Συνδέσμου
<< Home